Απελευθέρωση των «κλειστών» επαγγελμάτων και νομικές υπηρεσίες

Με το νομοσχέδιο που κατατέθηκε στη Βουλή, η λεγόμενη άρση των περιορισμών στην άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος φιγουράρει πρώτη στη λίστα των έξι λεγόμενων «κλειστών» επιστημονικών επαγγελμάτων (υπάρχουν άλλα 160 επαγγέλματα προς απελευθέρωση στη λίστα της οδηγίας Μπολκενστάιν και της κυβέρνησης).

Η απελευθέρωση των νομικών υπηρεσιών – Το σχέδιο νόμου

Η συζήτηση για την απελευθέρωση των υπηρεσιών γενικά αλλά και ειδικότερα του δικηγορικού επαγγέλματος δεν ξεκίνησε τα τελευταία χρόνια, ούτε βέβαια προέκυψε από το Μνημόνιο. Αντίθετα: 1) στη σύνοδο της Λισαβόνας το 2000 διακηρύσσεται η στρατηγική για την επίτευξη μιας «ανταγωνιστικής αγοράς υπηρεσιών» σύμφωνα με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, 2) το 2001 η τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ μεθόδευσε μεταρρυθμίσεις για τα «κλειστά» επαγγέλματα, η απελευθέρωση αποτελεί προγραμματική θέση του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, 3) ακολουθεί η οδηγία 2006/123/ΕΚ (γνωστή ως οδηγία Μπολκεστάιν) που ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το νόμο 3844/2010, 4) έπεται το Μνημόνιο.

Σήμερα, με το σχέδιο νόμου για το δικηγορικό επάγγελμα προωθούνται τα ίδια ακριβώς μέτρα, που περιγράφονται στα παραπάνω κείμενα.

— Καθιερώνεται ως κανόνας η ελεύθερη διαπραγμάτευση για τον καθορισμό της αμοιβής, με γραπτή συμφωνία με τον πελάτη και καταργούνται οι ελάχιστες αμοιβές. Μόνο στην περίπτωση που δεν υπάρχει γραπτή συμφωνία, θα ισχύουν οι λεγόμενες «νόμιμες αμοιβές». Μέχρι σήμερα ίσχυε ένα κατώτατο όριο στη δικηγορική αμοιβή, κάτω από την οποία δεν επιτρεπόταν αντίθετη συμφωνία και μάλιστα ο δικηγόρος είχε υποχρέωση προείσπραξής της και προσκόμισης του σχετικού γραμματίου στο Δικαστήριο ή το Συμβολαιογράφο. Στην κατώτερη ή ελάχιστη αυτή αμοιβή, το 15% ήταν φόρος (δηλαδή γινόταν παρακράτηση φόρου στην πηγή) και το 12% ήταν εισφορές στους οικείους δικηγορικούς συλλόγους και τα ασφαλιστικά ταμεία. Με το σχέδιο νόμου διατηρείται η υποχρέωση προκαταβολής από το δικηγόρο των παραπάνω εισφορών, οι οποίες θα υπολογίζονται σύμφωνα με ένα «ποσό αναφοράς» καθοριζόμενο με υπουργική απόφαση.

— Καταργούνται τα τοπικά όρια στην άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος, δηλαδή κάθε δικηγόρος θα μπορεί να παρίσταται στα δικαστήρια όλης της χώρας και όχι, όπως ίσχυε μέχρι τώρα, μόνο στα δικαστήρια της περιφέρειας του Δικηγορικού Συλλόγου στον οποίο είναι εγγεγραμμένος.

— Ενισχύονται οι δικηγορικές εταιρείες με πανελλαδική εμβέλεια, στις οποίες θα μπορούν πλέον να μετέχουν και να αναπτύσσουν δραστηριότητα δικηγόροι από δικηγορικούς συλλόγους όλης της Ελλάδας, παρά την υποκριτική απαγόρευση ίδρυσης υποκαταστημάτων στην Ελλάδα, απαγόρευση που δεν ισχύει για το εξωτερικό.

Κατοχύρωση των μεγάλων δικηγορικών εταιρειών

Το «άνοιγμα» του δικηγορικού επαγγέλματος κατοχυρώνει τη διαμόρφωση, που ήδη συντελείται, του μοντέλου της μεγάλης δικηγορικής εταιρείας – επιχείρησης, που με ένα ικανό και ευέλικτο υπαλληλικό προσωπικό, συχνά χαμηλόμισθο και χωρίς εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα, θα μπορέσει να κυριαρχήσει στο περιβάλλον της ανταγωνιστικής ελεύθερης αγοράς. Αλλωστε ήδη πολλοί δικηγόροι, που κάτω από το μανδύα του «συνεργάτη» απασχολούνται ως μισθωτοί, βιώνουν αυτή την πραγματικότητα.

Το μοντέλο αυτό εξυπηρετεί την ανάγκη συσσωρευμένων κεφαλαίων για επωφελείς επενδύσεις στον τομέα των υπηρεσιών, χωρίς να σκοντάφτουν σε οποιαδήποτε αντικίνητρα, όπως οι ελάχιστες αμοιβές και οι γεωγραφικοί περιορισμοί (βλ. απαιτήσεις ΣΕΒ, ΕΒΕΑ). Τώρα λύνονται τα χέρια στις μεγάλες δικηγορικές εταιρείες να σαρώσουν όλη την επικράτεια με τους «συνεργάτες» τους, την ίδια στιγμή που αυτό είναι αδύνατο για τον αυτοαπασχολούμενο δικηγόρο με χαμηλά ήδη εισοδήματα. Θα ακολουθήσει το γνωστό σενάριο με τη συγκέντρωση και μονοπώληση της ύλης, την υπαλληλοποίηση με τους χειρότερους όρους των μικρών και μεσαίων δικηγόρων και τον εξοβελισμό αρκετών από το επάγγελμα. Ετσι, οι νομικές υπηρεσίες θα μπορέσουν πράγματι όχι μόνο να λειτουργήσουν ως πηγή κέρδους για το μεγάλο κεφάλαιο, αλλά ταυτόχρονα θα γίνουν και πιο φτηνές γι’ αυτό, όπως π.χ. για τις τράπεζες και τις ασφαλιστικές εταιρείες που θα μπορούν πλέον να πληρώνουν τους συνεργάτες τους – δικηγόρους με αμοιβές κάτω από το σημερινό γραμμάτιο προείσπραξης.

Τίθεται το ερώτημα: μήπως η μείωση της τιμής των νομικών υπηρεσιών υπέρ των μεγάλων επιχειρήσεων θα ωφελήσει ταυτόχρονα και τα λαϊκά στρώματα, που αναγκάζονται – εξαιτίας του χαρακτήρα του αστικού κράτους – να προσφεύγουν στη Δικαιοσύνη. Ακριβώς το αντίθετο θα συμβεί. Οι δικηγορικές υπηρεσίες όχι μόνο δε θα γίνουν πιο φτηνές για το λαό, αλλά θα ακριβύνουν κατακόρυφα, σε συνδυασμό άλλωστε με το συνεχώς αυξανόμενο κόστος των δικαστικών εξόδων (βλ. πρόσφατες υπέρογκες αυξήσεις των παραβόλων στην ποινική και διοικητική δίκη, ακόμη και για την κατάθεση μιας μήνυσης!). Η εξέλιξη αυτή είναι αντικειμενική, πηγάζει από τη δυνατότητα μονοπωλιακής διαμόρφωσης των τιμών από τις μεγάλες εταιρείες και αποδεικνύεται από την εμπειρία στα άλλα ευρωπαϊκά κράτη, όπου οι περισσότεροι δικηγόροι δεν εργάζονται ως αυτοαπασχολούμενοι αλλά μέσα σε εταιρικές μορφές, ενώ οι νομικές υπηρεσίες είναι απρόσιτες για το λαό. Αλλωστε, ο ελληνικός λαός έχει πλούσια πείρα από «απελευθερώσεις» άλλων στρατηγικών τομέων της οικονομίας, όπως της ενέργειας και των μεταφορών. Αν το αστικό κράτος ήθελε να εξασφαλίσει φτηνές νομικές παροχές για τους εργαζόμενους, θα μπορούσε π.χ. να στελεχώσει μια σειρά δημόσιες υπηρεσίες (περιφέρειες, δήμους, ασφαλιστικά ταμεία κ.ά.) με δικηγόρους που θα πρόσφεραν δωρεάν υπηρεσίες στο λαό και θα αμείβονταν από το κράτος με μισθούς ικανοποιητικούς για τις πραγματικές σύγχρονες ανάγκες τους.

Φυσικά η διαδικασία συγκέντρωσης και μονοπώλησης των νομικών υπηρεσιών δεν είναι σχηματική και μονοσήμαντη, ούτε μπορεί κανείς να προκαθορίσει τους ρυθμούς υλοποίησής της. Ομως, η ρότα είναι προδιαγεγραμμένη όπως και οι αρνητικές επιπτώσεις όχι μόνο στο εργασιακό μέλλον των μισθωτών και αυτοαπασχολούμενων δικηγόρων μικρών και μεσαίων εισοδημάτων, αλλά και στην τιμή των νομικών υπηρεσιών σε βάρος των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων. Εξάλλου, η κατεύθυνση της οδηγίας Μπολκενστάιν είναι η δημιουργία κεφαλαιουχικών και πολυεπαγγελματικών εταιρειών, με συμβολαιογράφους, δικηγόρους, δικαστικούς επιμελητές, φοροτεχνικούς, σύμβουλους επιχειρήσεων, μεσίτες κ.λπ., μέσα σ’ ένα πακέτο που «τα έχει όλα και συμφέρει» για το κεφάλαιο, όπως επιτάσσουν οι ανάγκες των επιχειρηματικών ομίλων και των fasttrack διαδικασιών, στο πλαίσιο μιας ανταγωνιστικής εσωτερικής αλλά και διεθνοποιημένης αγοράς.

Εξελίξεις στη δικαιοσύνη και εκσυγχρονισμός του αστικού κράτους

Οι αλλαγές στο δικηγορικό επάγγελμα συνδέονται αναπόσπαστα με τις συνολικές αναδιαρθρώσεις που προωθούνται στο χώρο της Δικαιοσύνης και του αστικού κράτους. Μέσα από έναν καταιγισμό νομοθετημάτων επιδιώκεται η αντικατάσταση μέρους της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων, με εξωδικαστικές, πιο ευέλικτες και αποτελεσματικές για το κεφάλαιο μορφές ρύθμισης των σχέσεων (π.χ. θεσμοί διαμεσολάβησης και ποινικής συνδιαλλαγής). Ταυτόχρονα, η Δικαιοσύνη, μέσα στις συνθήκες της καπιταλιστικής κρίσης, ρίχνει όλο και περισσότερο τη μάσκα της ανεξαρτησίας και προβάλλει απροκάλυπτα πλέον το πραγματικό ταξικό της πρόσωπο: παγίωση κήρυξης όλων των απεργιών ως παράνομων και καταχρηστικών, διαμόρφωση μιας όλο και περισσότερο αντεργατικής νομολογίας, ποινικοποίηση των εργατικών και λαϊκών αγώνων. Το μοντέλο της μεγάλης δικηγορικής εταιρείας εναρμονίζεται ιδανικά σ’ αυτό το εκσυγχρονισμένο για τα συμφέροντα του κεφαλαίου κράτος, για την εφαρμογή του δικαίου των εκμεταλλευτών, που διαρκώς ενδυναμώνεται για να επιτελεί την κύρια αποστολή του: την κατοχύρωση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.

Ο ρόλος των κυρίαρχων συνδικαλιστικών παρατάξεων και η στάση των ταξικών δυνάμεων στο χώρο των δικηγόρων

Παρακολουθώντας διαχρονικά τη στάση των κυρίαρχων παρατάξεων και ιδιαίτερα των ηγεσιών των μεγάλων Δικηγορικών Συλλόγων (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΝ) στο ζήτημα της απελευθέρωσης του επαγγέλματος, μπορεί κανείς να αντιληφθεί συνολικά τον εκφυλιστικό και υπονομευτικό τους ρόλο. Βασικό γνώρισμα των θέσεών τους είναι ότι αποσιωπούν προκλητικά την ταξική διαστρωμάτωση στο χώρο και αποκρύπτουν ότι οι προωθούμενες ρυθμίσεις ευνοούν τους μεγαλοδικηγόρους και τις εταιρείες τους. Υπερασπιζόμενοι τα συμφέροντα των τελευταίων, μέχρι σήμερα συνειδητά καλλιεργούσαν αυταπάτες ότι η απελευθέρωση δε θα πλήξει τους δικηγόρους και διατυμπάνιζαν την προστασία του κοινοτικού δικαίου. Ακόμη και τώρα, στο ΔΣ του ΔΣΑ κυριαρχεί η άποψη ότι το σχέδιο νόμου είναι επιτυχία της διαβούλευσης και «του φιλικά διακείμενου» υπουργού της Δικαιοσύνης Χ. Καστανίδη, γιατί διασώζεται η ύπαρξη των Δικηγορικών Συλλόγων! Των συλλόγων που απολαμβάνουν το θεσμικό ρόλο του συμβούλου της εκάστοτε κυβέρνησης, που συνδράμουν στις νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, που συστεγάζουν μεγαλοδικηγόρους εργοδότες μαζί με μισθωτούς και αυτοαπασχολούμενους δικηγόρους. Ταυτόχρονα, ρεφορμιστικές και οπορτουνιστικές δυνάμεις που καλούν στην προάσπιση του κοινωνικού ρόλου του δικηγόρου ως «συλλειτουργού» της Δικαιοσύνης, που δεν αναγνωρίζουν την ταξική φύση του δικαίου, αποτελούν αναχώματα στη χειραφέτηση του ριζοσπάστη δικηγόρου από αυτό, με κριτήριο την υπεράσπιση των λαϊκών συμφερόντων.

Οι ταξικές δυνάμεις στο χώρο των δικηγόρων που συσπειρώνονται στην «Αγωνιστική Συσπείρωση Δικηγόρων» ανέκαθεν αντιμετώπιζαν τη λεγόμενη απελευθέρωση των υπηρεσιών γενικά και του δικηγορικού επαγγέλματος ειδικά, ως συστατικό στοιχείο της συνολικά ακολουθούμενης αντιλαϊκής πολιτικής, ως στρατηγική επιδίωξη του κεφαλαίου για την επέκταση της δράσης του σε κερδοφόρους τομείς υπηρεσιών και την κατοχύρωση των όρων συγκέντρωσης και συγκεντροποίησής του σε βάρος της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων. Μακριά από συντεχνιακές και διαχειριστικές διεκδικήσεις, προβάλλουν την ανάγκη συμπαράταξης των μικρών και μεσαίων μισθωτών και αυτοαπασχολούμενων δικηγόρων με το ταξικό εργατικό κίνημα και το αντιμονοπωλιακό κίνημα των επαγγελματοβιοτεχνών, καλούν σε απόκρουση της πολιτικής της απελευθέρωσης όχι στη βάση υπεράσπισης της σημερινής κατάστασης, ούτε με αναχρονιστικές και παρωχημένες λογικές για τα «περασμένα μεγαλεία του κύρους του δικηγόρου», αλλά κοιτώντας μπροστά. Υπηρετώντας την προοπτική που επιβάλλεται από τις σύγχρονες ανάγκες όχι για την «απελευθέρωση της κερδοφορίας του κεφαλαίου» αλλά για την πραγματική απελευθέρωση της σύγχρονης κοινωνίας. Βαδίζοντας έναν άλλο δρόμο ανάπτυξης, με γνώμονα την ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών, για τη λαϊκή εξουσία και οικονομία, για ένα δίκαιο που στηρίζει και στηρίζεται από τον εργαζόμενο λαό με θεσμούς λαϊκής δικαιοσύνης και συμμετοχής. Για να γίνει επιτέλους νόμος το δίκιο του εργάτη!

Της
Κατερίνας ΓΕΡΑΚΗ*

*Η Κατερίνα Γεράκη είναι μέλος του Τμήματος της ΚΕ του ΚΚΕ

για τις Δημοκρατικές Ελευθερίες και τη Δικαιοσύνη

This entry was posted in Αταξινόμητα. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s